Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε – Άντονυ Ντορ

ΟΛΟ ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕΑΝΤΟΝΙ ΝΤΟΡ
Λοιπόν;;; Τι έχουμε εδώ;;; Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έχουμεΒραβειάκι έχουμε (Pulitzer 2015)… και τολμώ να πω, πως έχουμε κι ένα καλό βιβλίοπου παρά τη θεματολογία και τους χαρακτήρες των βασικών ηρώων του, κινδυνεύει να γίνει μελό αλλά δεν γίνεται, ασχέτως που στο τέλος η άσπλαχνη καρδιά μου ράγισε και πλάνταξα στο κλάμαγιατί ως γνωστόν, η καρδιά ενός σκορόφιδου είναι ωσάν την καρδιά ενός μαρουλιού κι όσο την ξεφλουδίζεις τόσο πιο μαλακή και ρομαντίκ κι ευαίσθητη γίνεται
Δυο ορφανάΔυο χώρεςΔυο ιστορίεςΗ Μαρί Λορ, η μικρή ορφανή Γαλλίδα, (please μην την αποκαλείτε όπως έχω δει από δω κι από κει, Γαλλιδούλα, λες και είναι μικρή αέρινη danseuse σταFoliesBergere’) που μεγαλώνει με τον πατέρα της, κλειθροποιό στο επάγγελμα στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Παρισιούμε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: είναι τυφλή  από τα έξι της χρόνια. Από την άλλη ο Γερμανός Βέρνερ, ορφανός από μάνα κι από πατέρα (που τον έφαγε η μαύρη σκόνη του ορυχείου), μεγαλώνει με την αδελφή του, τη Γιούττα (καμία σχέση με την αμερικάνικη πολιτεία), σένα ίδρυμα που διευθύνει η φράου Έλενα, μια υπέροχη γυναίκα από το Στρασβούργο (καμία σχέση με τα ιδρύματα που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στα βιβλία, τουτέστιν ξύλο, κακοποίηση, παραμέληση. Όχι δεν είναι ένας άλλος Όλιβερ Τουίστ). Κι ένα σπάνιο διαμάντι, η «Φλογισμένη θάλασσα» που την κυνηγάει με μένος ένας Γερμανός αξιωματικός μήπως και καταφέρει να νικήσει τον καρκίνο που του κατατρώει τα σωθικά (τότε δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα το δηλητήριο του μπλε σκορπιού, όπως καταλαβαίνετε). Κι ένας πόλεμος
Παρακολουθούμε λοιπόν αποσπασματικά τη ζωή αυτών των δύο παιδιών, κεφάλαιο το κεφάλαιο, λίγο πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου, μέχρι την απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία. Μου άρεσε πολύ ο τρόπος που παρουσιάζεται η ζωή της Μαρί Λορπουθενά ο συγγραφέας δεν εκβιάζει συναίσθημα λύπησης, δίνει με τόσο εύστοχο τρόπο τις δυσκολίες, τις χαρές, τον τρόπο που ζει ένας τυφλός, που ομολογώ παρά το γεγονός πως έχω διαβάσει αρκετά βιβλία με ήρωες τυφλούς, είναι ίσως η πρώτη φορά που ένιωσα την ηρωίδα. Ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσα από τις μυρωδιές και κυρίως την αφή, νομίζω πως ήταν ιδιαίτερα πετυχημένος. Από την άλλη, ο νεαρός Βέρνερ, ταλεντάρα σε ό,τι έχει σχέση με τα ραδιόφωνα, τη ραδιογωνομετρία και την τριγωνομετρία, βρίσκεται να φοιτά σένα από τα επίλεκτα σχολεία των ναζί γιατί θέλει να μην γίνει ανθρακωρύχος σαν τον πατέρα του. Και μεκείνα και με τάλλα, η Μαρί Λορ γίνεται ραδιοπειρατίνα και ο Βέρνερ ο τύπος με το ραδιογωνόμετρο που την κυνηγάει… (εντάξει, δεν ήταν τόσο απλό όπως την εποχή μας που βάζαμε Τερλέγκα στον πειρατικό και μας κυνηγούσε η αστυνομία…)
Τα κεφάλαια είναι μικρά, διαβάζονται γρήγορα, πάντα εναλλάξμια η Μαρί Λορ, μια ο Βέρνερθα μπορούσαν κάλλιστα να διαβαστούν και μόνα τους σαν διηγήματαΣε κάποια σημεία, το βιβλίο πήγαινε αργά, η δράση καθόταν σαν κουρνιαχτός στο Ελ Πάσο, όμως δεν με ενόχλησε καθόλου γιατί θεώρησα πως στον πόλεμο, οι ώρες και οι μέρες κυλούν αργά, κι έτσι κύλησε και η αφήγηση. Ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός, ψάξε ψάξε δεν θα το βρεις, όλοι έχουν ένα ανθρώπινο πρόσωπο κι έτσι έφτασα στο τέλος να μην μπορώ να μισήσω κανέναν βαθιά κι ερπετικά(εξαιρούνται οι διοικητές πάσης φύσεως…)
Φαντάζομαι πως ο Ντορ θέλησε να δώσει την ανθρώπινη διάσταση ενός πολέμου, νομίζω πως τα κατάφερεΛάτρεψα μαντάμ Μανέκ, λάτρεψα θείο Ετιέν, λάτρεψα ΦρίντριχΛάτρεψα Γαλλική αντίσταση (Viva la revolucion, ωχ sorry αυτό είναι από άλλο βιβλίο!) … και κυρίως λάτρεψα Saint Malo, το οποίο θα φροντίσω να εντάξω σε κάποιο από τα φυσιοδιφικά μου τουρ

(η πληροφορία της ημέρας: Το 80% του Saint Malo καταστράφηκε - ή μάλλον κάηκε - από τους βομβαρδισμούς των Συμμάχων... Μαντέψτε; Ξαναχτίστηκε, όχι με την ελληνική μέθοδο της αντιπαροχής,
 αλλά κρατώντας την παράδοση της Βρετάνης...)

Βαθμολογία: 9/10 (γιατί η τελική ιστορία με τον Βέρνερ ήταν ολίγον βιαστική και αρπα-κολλατζίδικη, αλλά οκ)
Υ.Γ. Μέσα από μία γύρα σε διάφορες κριτικο-απόψεις, είδα αρκετούςαρκετές που λένεναι μεν αλλά’… Δεν κατάλαβα, τι τους χάλασε τόσο πολύΠροφανώς, ή μαλάκωσα πολύ ή διάγουμε βίους παράλληλους

ΟΛΟ ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ
Άντονυ Ντορ
Μετάφραση: Νίνα Μπούρη
Εκδόσεις Πατάκη, 2016

Σελίδες 637

Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Τα άδεια κουτιά - Χαρά Ανδρεΐδου


Είμαι χοντρόπετσο και σκληρόκαρδο, αυτό πλέον είναι γνωστό τοις πάσι… Γι’αυτό το λόγο με εκνευρίζουν τα μάλα οι άνθρωποι που από κάποια ηλικία και μετά (ιδίως αφού περάσουν τα πρώτα –αντα) δεν ξέρουν τι θέλουν, τους ‘φτύνουν’ και λένε βρέχει και κάθονται κάτω από το ‘φτύσιμο’ για να νιώσουν την φρεσκάδα της βροχής. Κι αφού μου τη δίνουν στο φυσικό τους περιβάλλον τοιούτοι άνθρωποι, λογικό ήταν να μου την δώσει και η Δάφνη, η ηρωίδα από τα «Άδεια κουτιά».
Πρόκειται κατά βάση για ένα μυθιστόρημα – ψυχογράφημα, όπου μια γυναίκα περασμένα σαράντα, ψάχνει ακόμα να βρει τον ιδανικό για εκείνην άντρα για να γεμίσει τις ανασφάλειες της. Κι είναι τόσες οι ανασφάλειες της, που δεν της φτάνει ούτε ένας, ούτε δύο, αλλά θέλει τρεις. Ένας που θεωρητικά μπορεί να την αποκαταστήσει με παπά και κουμπάρο, ένα ‘πιπίνι’ για να αισθανθεί κι αυτή σαν την Μπριζίτ Τουρνιέ με τον Εμμανουέλ Μακρόν, κι ένας εραστής νέας κοπής, δηλαδή φεϊσμπουκικός που όμως τυγχάνει να έχει ένα τόοοοσο δα προβληματάκι – είναι παντρεμένος.
Κι αρχίζει η κλάψα του στυλ: πού χάθηκαν οι άντρες, γιατί κανείς δεν την καταλαβαίνει, και η ίδια που τα δίνει όλα και… και… και…
Το γεγονός ας πούμε, πως οι λάθος επιλογές της κάνουν 'κρα' από μακριά, δεν παίζει ε;
Βρήκα την ηρωίδα κουραστική, με αρρώστησε με τις υπεραναλύσεις της, έπαθα paralysis by overanalysis
Όλο το βιβλίο κινείται γύρω από τις σκέψεις και τα εμμονικά ‘θέλω’ της Δάφνης, μια ναρκισσιστική ηρωίδα καθώς τα πάντα περιστρέφονται συνέχεια γύρω από τον εαυτό της και ποτέ γύρω από τους άλλους ήρωες. Στην ουσία, ως αναγνώστης, δεν έμαθα τίποτα για όλους αυτούς τους άντρες που κατηγορεί (και ας λέει πως τους αγαπάει) ή πουθενά δεν είδα να συντρέχει η ίδια την κολλητή της, τη Σοφία.
Το γράψιμο της συγγραφέως είναι ιδιαίτερο. Δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει κάτι ανάλογο. Επικεντρώνεται στο εσωτερικό και απουσιάζει παντελώς η δράση… Υπάρχουν ενδεχομένως πολλά μα πάρα πολλά σημεία που θα μπορούσες να υπογραμμίσεις, η απουσία όμως οποιασδήποτε εξωτερικής δράσης έρχεται και σε μπουκώνει, με αποτέλεσμα από ένα σημείο κι ύστερα να προσπερνώ γρήγορα τις σελίδες…
Η Ανδρεΐδου κάνει εξαίρετη χρήση της ελληνικής γλώσσας, όμως οι πολλές επαναλήψεις στην ίδια πρόταση, της ίδιας σημασίας με άλλες λέξεις, είναι σαν να διαβάζει κανείς λεξικό, όλα τα συνώνυμα το ένα πίσω από το άλλο…
Π.χ. «Δεν το μπορώ αυτό το απότομο, το ξαφνικό, το οριστικό και αμετάκλητο. Μεμιάς και δια παντός. Χωρίς επιστροφή. Χωρίς περιθώριο λάθους, δισταγμού, ενδοιασμού, πισωγυρίσματος, μετάνοιας, υπαναχώρησης, οπισθοχώρησης».
Αρχικά με θύμωσε η ηρωίδα και στη συνέχεια με κούρασε. Θα προτιμούσα το βιβλίο να στεκόταν κυρίως στο σημείο που προσπαθεί να ανακαλύψει τον εαυτό της παρά να αναλωθούν τόσες σελίδες στις εξ ορισμού προβληματικές σχέσεις. Το τέλος… το βρήκα ατελές καθώς θα ήθελα να μάθω τελικά μετά από όλο αυτό το ‘μπρος – πίσω’ τι αποφάσισε η μαντάμ…
Προσωπικά δεν το απόλαυσα, μπορώ όμως να καταλάβω όλες τις μοναχικές γυναικείες ψυχές που ενδεχομένως το λατρέψουν…
Φιλική συμβουλή: Κορίτσια αγαπήστε τον εαυτό σας και σταματήστε να πνίγετε τους γκόμενους!
Βαθμολογία: 5.8/10

ΤΑ ΑΔΕΙΑ ΚΟΥΤΙΑ
Χαρά Ανδρεΐδου
Εκδόσεις Λιβάνης, 2016

Σελίδες 445