Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Η Εξομολόγηση - Σπύρος Πετρουλάκης








Σε κάποιες κρίσεις αυτογνωσίας, αναρωτιέμαι πόσο φαρμακόγλωσσο και πικρόχολο μπορεί να γίνω… Χωρίς φόβο και πάθος λοιπόν, εξομολογούμαι ενώπιον Θεού και ανθρώπων, ενώπιον συγγραφέων και αναγνωστών, πως ναι μπορώ να γίνω τόσο φαρμακόγλωσσο που αν δαγκώσω την ίδια μου τη γλώσσα, θα αποδημήσω εις Κύριον…
Κι επειδή μ’αυτά που διάβασα, κατήντησα χειρότερος κι από καταραμένος όφις, δεν δύναμαι, δεν γίνεται να το κρατήσω όλο αυτό το δηλητήριο μέσα μου, θα το ρίξω εκεί που πρέπει…

 (μετά την Εξομολόγηση)

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΩ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΙΜΑ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ ΣΑΣ. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΕΙΝΑΙ ΓΕΜΑΤΟ SPOILER. ΑΝ ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΜΑΘΕΤΕ ΤΟ STORY ΜΗΝ ΠΡΟΧΩΡΗΣΕΤΕ ΠΑΡΑΚΑΤΩ!!!

Πώς φτιάχνει κανείς το απόλυτο best seller;  
Με πολύ πόνο, με πολύ αίμα, με πολύ σπέρμα και ακόμα μεγαλύτερο μαρτύριο… Του ήρωα και του αναγνώστη φυσικά. Ο συγγραφέας, ό,τι μπορούσε να κατεβάσει η  κούτρα του ανθρώπου σε βασανιστήριο (τα σκορόφιδα δεν είμαστε τόσο ‘προχώ’) το έχει βάλει μέσα. Τι θέλεις κυρά μου; Θανάτους; Πάρε πέντε – έξι να χεις να χαίρεσαι! Βιασμούς; Πάρε καμιά δεκαριά! Αιμομιξία; Πάρε κι από δαύτην! Παιδεραστία; Τζάμπα είναι, πάρε κι απ’αυτή! Κακιά μητριά; Πάρε κι από τούτη! Δολοφονίες; Απ’όλα έχει ο μπαξές (και με ζώα που κατασπαράσσουν το θύμα τους, και με γυαλί και με κρεμάλα και με ολίγον τσεκούρι, με ό,τι θέλει ο πελάτης). Χαμένα, αρπαγμένα και σκοτωμένα παιδιά; Λείπει ο Μάρτης από την εξομολόγηση;;; Καμένα αιδοία; (εάν δεν γνωρίζετε τη λέξη, μπείτε στον Μπαμπινιώτη). Εδώ να δεις πρωτοπορία! Έμεινε τίποτα άλλο; Καλέ, δεν θα βάλεις μια κτηνοβασία; Πάρε λοιπόν και μια βαρβάτη κτηνοβασία…
Βέβαια ως ζώον (ασχέτως αν είμαι ζώον χαμέρπον και χαμηλοβλέπον), μετά από την αλήστου μνήμης λογοτεχνική φράση: «Καθάρισε με τα δάχτυλα το υγρό του πέος και στη συνέχεια τα έφερε στη μύτη του και τα μύρισε με έκσταση. Κατόπιν τα έβαλε στο στόμα του, τα πιπίλισε και συνέχισε να χαϊδεύεται μόνος του», ξέρασα τα ποντίκια που είχα φάει κι αποφάσισα να μείνω ανέραστο δια παντός. Να επισημάνω πως αυτή η θεία ερωτική έκστασις προήλθε έπειτα από μοναδικό ερωτικό πάθος του Παναγή με τη… (χάσατε! Όχι τη γυναίκα του) την κατσίκα του. Άντε μπορεί να σας κοροϊδεύω και δεν το θέλω. Μπορεί να ήταν και η προβατίνα του.
Ομολογώ πως δεν είμαι φίδι τόσο μαζοχιστικόν. Θα το είχα παρατήσει το βιβλίο από τις 20 πρώτες σελίδες που διάβαζα τα διάφορα κι έχασα και τα λιγοστά μυαλά (μαλλιά ως γνωστόν τα φίδια δεν έχουν) που είχα. Όμως μια διαστροφή στο να μάθω τι άρεσε σε όλο αυτό τον κόσμο που πλέκει διθυράμβους για τον βίο της καλόγριας Μαρκέλας κι όχι για τον «Βίο του Ματίας Αλμοσίνο», με ανάγκασε να το διαβάσω μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματος μου.
Οι αναχρονισμοί και οι ιστορικές ανακρίβειες, είναι πανταχού παρούσες. Αν δεν κατέχετε ιστορία, αφήστε γι’άλλους το σπορ. Οι ελληνικές οικογένειες της Πόλης και μάλιστα, εκείνες που προέρχονταν από τους βυζαντινούς Κομνηνούς, δεν άλλαζαν τη χριστιανική θρησκεία για να γίνουν μουσουλμάνοι και να διατηρήσουν τα προνόμια τους. Το 1928 – 1929, όταν οι σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας ήταν στα τάρταρα, κι αφού λίγα χρόνια πριν είχε προηγηθεί η ανταλλαγή πληθυσμών, ήταν σχεδόν αδύνατη η διακίνηση προσώπων (και δη ανήλικων μόνων τους για να πάνε να παντρευτούν σ’ένα χωριό της Ηπείρου). Ξέρετε πάντα χρειάζονταν χαρτιά και διαβατήρια, και τότε ήταν ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα μια και δεν υπήρχε  και η Συνθήκη Σέγκεν.
Στις πρώτες σελίδες, η οικογένεια Αντάνογλου ήταν χριστιανοί που έγιναν μουσουλμάνοι αλλά παρέμεναν κρυπτοχριστιανοί (σαν το κρυφό σχολειό ένα πράγμα), η Ελένη ήταν μουσουλμάνα αλλά είχε χριστιανικό όνομα, ο Τούρκος αστυνόμος την αρπάζει από τη χριστιανή νταντά της γιατί είναι μουσουλμάνα, αλλά φεύγει άνετα στην Ελλάδα γιατί είναι χριστιανή και κάνει και χριστιανικό γάμο ενώ είναι βαφτισμένη μουσουλμάνα… δεν ξέρω εγώ εδώ κάπου το ‘χασα και παρέδωσα το πνεύμα… Έτσι κι αλλιώς όλα παιδιά του ίδιου Θεού είμαστε…
Και πάμε στα κλισέ! Τα απίστευτα ρατσιστικά κλισέ που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν σ’ένα βιβλίο του 21ου αιώνα (ποιου αιώνα είπαμε;;;)
-        Φυσικά η μητριά είναι κακάσχημη, χοντρή με πρησμένα πόδια, γαμψά νύχια, μεγάλη κρεατοελιά με τρίχες και αναπνοή που ζέχνει (το λεξιλόγιο είναι του συγγραφέα)
-        Φυσικά ο Τούρκος αστυνομικός είναι άξεστος και βίαιος που χτυπάει τόσο δυνατά τη δεκαπεντάχρονη Άννα που της σπάει το σαγόνι για μια ζωή, επειδή άκουσον! Άκουσον! η Άννα φιλοξένησε το βράδυ της κηδείας των γονιών της Ελένης, τα δύο ορφανά και δεν επιτρεπόταν η χριστιανή να κοιμίσει στο σπίτι της παιδιά μουσουλμάνου. Έλεος δηλαδή! Κατ’αρχήν, μόνο που θα τον έβλεπε η Άννα τον κακό αστυνομικό, θα τα ‘κανε επάνω της και θα τα έδινε πίσω τα παιδιά, δεν χρειαζόταν να της σπάσει και το σαγόνι
-        Φυσικά οι τσιγγάνες είναι κλέφτρες και απατεώνισσες
-        Φυσικά όλοι οι άνθρωποι των ορεινών χωριών είναι άξεστοι, βλέπουν δεκατριάχρονη και θέλουν να την ‘ξεσκίσουν’ και φυσικά κανείς δεν μιλάει
-        Φυσικά όλες οι γυναίκες που τις παράτησε ο αρραβωνιαστικός ή που ατίμασαν την οικογένεια κι έμειναν έγκυες κλείνονται στο μοναστήρι (τις κουρεύουν κιόλας;)
Ακόμα και οι καλοί της ιστορίας είναι τόσο ηλίθιοι που καταντούν πιο κακοί από τους κακούς. Είναι δυνατόν ο παπάς, ο παπάς τονίζω, που εκείνη την εποχή ήταν η ανώτατη εξουσία στο ορεινό χωριό, να μην εναντιώνεται στο γάμο της δεκατριάχρονης με τον Παναγή κι όταν μαθαίνει τα όσα τραβάει η μικρή, να της λέει κάνε υπομονή;
Αν συνεχίσω να γράφω, θα γράψω ολόκληρο βιβλίο και δεν είναι αυτή η πρόθεσις μου, μια άποψη ήθελα να πω μόνο. Ας πω και τα δύο θετικά του βιβλίου. Γιατί όπως λέει κι η επιστήμη της ψυχολογίας πρέπει να βλέπουμε το ποτήρι μισογεμάτο.
  1. Μου άρεσε που ο συγγραφέας έβγαλε τα φίδια από τις τρύπες μας και μας έκανε φίρμες στο πανελλήνιο, χρησιμοποιώντας κατά κόρον φράσεις του τύπου ‘διχαλωτή γλώσσα’, ‘σύριξε σαν φίδι’, ‘ήταν περίτεχνα σκαλισμένο ένα φίδι που έτρωγε την ουρά του’, ‘μόνο με το κοίταγμα της οχιάς’. Τον ευχαριστώ λοιπόν εκ μέρους όλων των φιδιών.
  2. Αυτό που πραγματικά μου άρεσε (με κάθε ειλικρίνεια) ήταν η χρήση της κρητικής διαλέκτου από τον Μανούσο. Για μένα ο πιο ενδιαφέρων και ισορροπημένος χαρακτήρας του βιβλίου και τα μοναδικά κομμάτια που διάβασα με αληθινό ενδιαφέρον. Α! ρε Κρήτη λεβεντογέννα!
Τώρα πρέπει να βάλω κι ένα βαθμό… 
Στο σχολείο μας είχαν μάθει πως υπήρχαν και αρνητικοί αριθμοί, κάτω του μηδενός. 
Επειδή όμως είμαι και φίδι ψυχοπονιάρικον ένα 2/10 (για το Μανούσο ρε γαμώτο!)

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
Σπύρος Πετρουλάκης
Εκδόσεις Μίνωας, 2015
Σελίδες 480