Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Οι απόψεις ενός κλόουν - Χάινριχ Μπελ


Κάθε φορά που διαβάζω έναν νομπελίστα, βρίσκομαι στο εξής δίλημμα: “Πώς μπορώ εγώ το ποταπό σκορόφιδο να κρίνω έναν νομπελίστα; Με ποια κριτήρια και με ποια αισθητήρια τολμώ να πιάσω στο στόμα μου τα θηρία της λογοτεχνίας;” Από την άλλη όμως, δεν μπορώ να αντισταθώ στη φύση μου. Είμαι σκορόφιδο, ζω μόνο όταν τσιμπώ και χύνω το δηλητήριο μου, άρα πως η φύσις μπορεί να αντισταθεί σε πάσης φύσεως βιβλίο μπεστ-σελερίστα ή νομπελίστα;
Ο Χάινριχ Μπελ, γερμανός νομπελίστας που στο έργο του κυρίως ασχολείται με τα τραύματα της μεταπολεμικής Γερμανίας, την υποκρισία της γερμανικής κοινωνίας και εν γένει με τους γερμανούς πολίτες πρώην ναζί ή μη έγραψε τις “Απόψεις ενός κλόουν” το σωτήριον έτος 1963. Δεν θα αγόραζα ποτέ ένα βιβλίο με κλόουν γιατί έχω μία κλοουνοφοβία και βρίσκω τους κλόουν άκρως μελαγχολικά και θλιβερά πλάσματα, ας όψεται όμως αυτή η γρια καρακάξα που επέμενε να το διαβάσω.
Η υπόθεση έχει ως εξής: Ο Χανς Σνηρ είναι γόνος πολύ πλούσιας γερμανικής οικογένειας (όλος ο γερμανικός λιγνίτης και όχι μόνο είναι δικός τους), όμως δεν νοιώθει αυτό τον πλούτο στο πετσί του γιατί η μάνα του είναι άκρως προτεσταντικής ηθικής (να πονάς και να υποφέρεις ένα πράγμα) και ο πατέρας μάλλον ολίγον μουρόχαυλος (δεν εναντιώνομαι σε τίποτα στη γυναίκα μου και βρίσκω μια ερωμένη για να περνάω καλά). Ο Χανς μεγαλώνοντας κάνει την επανάσταση του. Ακολουθεί το 'τιποτένιο' επάγγελμα του κλόουν (ούτε καν ενός ακροβάτη ή ενός ζογκλέρ) και συνάπτει σχέση με τη Μαρί (που παραμένει δεσποινίς γιατί ο Χανς παρά την παθολογική αγάπη που της τρέφει αρνείται να την κάνει κυρία μετά δόξης και τιμής. Από το απαγορευμένο "κοκό" έχει δοκιμάσει, μην νομίζετε). Μετά από έξι χρόνια πείνας, φτηνών ξενοδοχείων, παραστάσεων και ατελείωτων παρτίδων “γκρινιάρη”, η Μαρί είδε κι απόειδε πως χαΐρι δεν πρόκειται να κάνει, παρατάει τον Χανς και παντρεύεται μεγαλοκαθολικό παράγοντα της Βόννης. Ο Χανς μένει μπουκάλα και κλαίει τη μοίρα του και παρακαλάει όλους τους γνωστούς και αγνώστους να πείσουν τη Μαρί να γυρίσει στην αγκάλη του.
Τον ήρωα ήθελα να τον καταχεριάσω από τις πρώτες σελίδες. Παρά το γεγονός πως ήθελε να ζήσει χωρίς φραγμούς και νόρμες, ελεύθερος στο πνεύμα και μακριά από κοινωνικά 'πρέπει', για μένα ήταν ένα άκρως “ναρκισσιστικό γουρούνι” γιατί έκανε μόνο ό,τι ήθελε και δεν σκέφτηκε ποτέ τα 'θέλω' της Μαρί που υποτίθεται τόσο αγαπούσε.
Κι όσο περνούσαν οι σελίδες, ο ήρωας κέρδιζε ακόμα περισσότερο την αντιπάθεια μου, αντίθετα ο Χάινριχ Μπελ κέρδιζε το σεβασμό και το θαυμασμό μου. Με άκρως θαυμαστό χειρουργικό τρόπο, καυτηρίαζε όλα τα 'κακώς κείμενα' της γερμανικής κοινωνίας, ιδίως όλα αυτά που θάβονται κάτω από το χαλί και όλοι είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα: οι προτεστάτνες, ο γερμανικός καθολικισμός, οι εγκληματίες πολέμου ναζί που εν μια νυκτί έγιναν φανατικοί υπέρμαχοι της δημοκρατίας, η ηθελημένη λήθη, οι υψηλόβαθμοι ναζί που δεν πολέμησαν στο μέτωπο και την πλήρωσε ο απλός λαός, η μάνα που προτίμησε να θυσιάσει την κόρη της την Εριέττα για το μεγαλείο της χιτλερικής Γερμανίας.
Πρόκειται για ένα άκρως εσωτερικό βιβλίο που διαβάζεται λίγο – λίγο (δεν είναι για χόρταση γιατί θα σας καθίσει στο στομάχι), που η μάσκα του ήρωα – κλόουν παίζει ξεκάθαρα με την υποκρισία της γερμανικής κοινωνίας. Ο ήρωας θλιβερός, κατ'εμέ αντιπαθής, τον οικτίρεις ώρες – ώρες αλλά θέλεις να του δώσεις και δέκα μπούφλες κι εκεί είναι το μεγαλείο του συγγραφέως γιατί έπλασε τον ήρωα όπως ακριβώς έπρεπε να είναι...
Μοναδική σκηνή όπου η εξωτερική δράση σπάει το 'εσωτερικόν' του πράγματος, η επίσκεψη του πατέρα στο σπίτι του Χανς. Ένας πατέρας συντετριμμένος, ένας πατέρας που θέλει να βοηθήσει αλλά δεν ξέρει πως, ένας πατέρας που θέλει διακαώς να φτιάξει ένα φλιτζάνι καφέ στο γιο του γιατί θέλει να τον ευχαριστήσει κι ένας γιος που ενώ χλευάζει το χρήμα, το μόνο που ζητάει από τον πατέρα του είναι χρήματα...
Τι να πω... Ένα 9,5/10 για τούτο το αριστούργημα...
(και δεν βάζω το δεκάρι γιατί δεν θέλω να ρίξω ολόκληρο μάρκο στο καπέλο του Χανς την ώρα που ζητιανεύει στο σταθμό...)

ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΚΛΟΟΥΝ
Χάινριχ Μπελ
Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη
Εκδόσεις Γράμματα, 1986
Σελίδες 252