Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

Η δίψα με καίει και χάνομαι - Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου

Γιατί; Γιατί; Γιατί; 
Τι τους πιάνει γαμώτο τους συγγραφείς και θέλουν να τα βάλουν όλα σ’ένα βιβλίο; Κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα ένα πράγμα…
Τι εννοώ;;; Ας πάρω ένα παράδειγμα από την αγαπημένη μου κουζίνα…
Ας πούμε πως έχεις τέσσερα εξαίσια υλικά. Τέσσερεις πρώτες ύλες μοναδικές… Ας πούμε έχεις τόνο Αλοννήσου, ιβηρικό jamon, μανιτάρια τρούφες και σαμπάνια Dom Perignon. Το καθένα από μόνο του είναι μοναδικό. Το καθένα πρέπει να το απολαμβάνεις μόνο του (εντάξει με τη σωστή συνταγή βεβαίως βεβαίως) για να αισθανθείς στον ουρανίσκο σου όλες αυτές τις λεπτεπίλεπτες γεύσεις. Κι ένας master chef (ίσως με την αλαζονεία που του δίνουν η εμπειρία και οι γνώσεις του), λέει να πειραματιστεί (ή μήπως είναι σίγουρος για το αποτέλεσμα); Και τα ρίχνει όλα αυτά τα μοναδικά αλλά αταίριαστα μεταξύ τους υλικά, σ’ένα καζάνι (άντε καλά σε μια χάλκινη κατσαρόλα). Τόνος, jamon, τρούφες και σαμπάνια. Και τα ανακατεύει… και βγάζει μια σούπα… Μια σούπα… που δεν τρώγεται…
Έτσι ακριβώς αισθάνθηκα διαβάζοντας το «Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι». Η συγγραφέας προσπάθησε να τα βάλει όλα στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, κι έγιναν όλα ένας αχταρμάς. Μυθιστόρημα ψυχολογικόν (μέσα από τις συνεδρίες της Αλέξιας με τον Έκτορα και τις προσπάθειες της να λύσει το τραύμα της εγκατάλειψης από τον Στέφανο και να ανακαλύψει την ψυχή της), μυθιστόρημα κοινωνικόν (η Ελλάδα των μνημονίων, των αγανακτισμένων, των ανέργων, των αστέγων) (Δεύτερη παρένθεση: αυτό το κομμάτι μου φάνηκε εντελώς ξεκομμένο από την ιστορία – να μπει για να μπει να δείξουμε και ορισμένες κοινωνικές ανησυχίες), μυθιστόρημα ιστορικόν (στα ξέμπαρκα μπαίνει και μια ιστορία από τον Β’ΠΠ), μυθιστόρημα μεταφυσικόν (το φάντασμα του βάλτου και το κόκκινο ρυάκι) και τέλος, το κλου γιατί κάθε μυθιστόρημα που σέβεται τον εαυτόν του έχει και το ερωτικό κομμάτι, μυθιστόρημα αισθηματικόν. Επιμένω (γιατί το έχω δει αρκετές φορές σε μυθιστορήματα) πως ο ψυχοθεραπευτής δεν ερωτεύεται την θεραπευομένη του. Ασχέτως εάν το αναφέρει ως γεγονός η συγγραφέας, με ξενίζει που τόσο εύκολα ο ψυχοθεραπευτής πέφτει στα δίχτυα του έρωτα και τα ‘ρίχνει’ απροκάλυπτα σε μια γυναίκα που μόλις βγαίνει από ένα τραυματικό χωρισμό. Και μόνο σε έξι συνεδρίες… Πείτε μου ποιος είναι αυτός ο ψυχοθεραπευτής με έξι συνεδρίες κι ένα ταξίδι στο πατρικό νησί, να πάω να πετάξω από πάνω μου όλα τα βαρίδια του παρελθόντος!
Όπως καταλαβαίνετε, τα υλικά πρώτης ποιότητας, αλλά το γλυκό δεν έδεσε. Η συγγραφέας σαφώς και «το έχει». Η γλώσσα της υπέροχη, ο λόγος ρέει, κομμάτια που σε κάνουν να σκεφτείς… Θα μπορούσε να γίνει ένα αριστούργημα εάν δεν προσπαθούσε να τα κολλήσει όλα μεταξύ τους. Ας έμενε στο ψυχολογικό κομμάτι, άντε ας κολλούσε και το ιστορικό αλλά όλα τα υπόλοιπα για κοινωνικούς αγώνες και για τους ‘κακούς τους ξένους’ που δεν σέβονται το παρελθόν μας, τι τα ήθελε;
Στεναχωριέμαι γιατί έχω ακούσει τα καλύτερα και είναι το πρώτο της βιβλίο που διάβασα και δεν μου έκανε την καλύτερη εντύπωση. Το θεωρώ ωστόσο μια ατυχής στιγμή και θα αναζητήσω κάποιο άλλο (μάλλον κάποιο πιο ιστορικόν…)
Βαθμολογία 6/10 (πολύ θα ήθελα να βάλω παραπάνω αλλά δεν…)

Υ.Γ. Άσχετο… αλλά δεν κρατιέμαι, θα το πω… Στα σημεία όπου το μυθιστόρημα γίνεται ψυχολογικόν και εσωτερικόν, η γραφή της Λαμπαδαρίδου μου θύμισε πολύ τη γραφή της Βαμβουνάκη. Εάν δεν ήξερα ποια συγγραφέα διαβάζω, θα ήμουν σίγουρη πως διαβάζω βιβλίο της Βαμβουνάκη. Όχι πως αυτό είναι κατ’ανάγκην κακό αλλά με ξένισε… σαν κάποιος να φοράει το ρούχο κάποιου άλλου...