Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Νεαρό άσπρο ελάφι - Χρήστος Χωμενίδης

«…Το άσπρο όμως ελάφι…
Όποιος το έχει δοκιμάσει θα σε διαβεβαιώσει πως η ευτυχία μπορεί να εδρεύει και στον ουρανίσκο. Όποιος το έχει γευτεί έχει γευτεί παράδεισο. …»

Έτσι ξεκινάει το οπισθόφυλλο του βιβλίου κι εγώ αναρωτιέμαι τι στο καλό ‘σκορόφιδο μπον – βιβέρ’ και κουραφέξαλα είμαι όταν ούτε μια φορά στην πολύχρονη ζωή μου, δεν γεύτηκα τούτο το έδεσμα. Δεν λέω… καλά τα φουα – γκρα και τα χαβιάρια και οι στρουθοκάμηλοι, μα ένα άσπρο ελάφι και δη νεαρό να μην το έχω γευτεί ποτέ;
Κι επειδή δεν ενδημεί εις τα μέρη μας, άρπαξα μετά βουλιμίας το «Νεαρό άσπρο ελάφι» του Χωμενίδη και το καταβρόχθισα σε ένα απομεσήμερο. Μου άρεσε; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Υπόθεσις: Ένας συγγραφέας που έχει αποφασίσει να αποσυρθεί από το συγγραφικό γίγνεσθαι της πατρίδος μας, τη στιγμή ακριβώς που πρόκειται να γράψει το ‘καλύτερο του έργο’. Ο Μηνάς Αβλάμης (quel banal όνομα!) Ένας συγγραφέας (ο ίδιος) που έχει αποσυρθεί επίσης από την ίδια τη ζωή και κατοικεί τα τελευταία 10 χρόνια στην Κέρκυρα διάγοντας μία πλήρως προβλέψιμη ζωή, μέχρι να φαγωθεί ολοκληρωτικά η πατρική περιουσία. Τίποτα δεν τον ξεκουνάει από όλη αυτή την καθημερινότητα, μέχρι να έρθει η υπόσχεση για ένα πιάτο ‘νεαρό άσπρο ελάφι’. Και τότε ο Αβλάμης, τα παρατάει όλα. Και υποσχέσεις, και Κέρκυρα, και ερωμένη (είπαμε τα παρατάμε όλα αλλά το πουλί μας δεν το παρατάμε) και πάει στην Κυδωνία, μάλλον τον πάνε σχεδόν σηκωτό στην Κυδωνία (μια μικρή πόλη κάπου χωμένη στη Δυτική Μακεδονία) για να τον τιμήσουν (ταρατατζούμ  παμ π αμ) για το μεγάλο λογοτεχνικό του έργο και να του σερβίρουν και το νεαρό άσπρο ελάφι.
Εκεί περιμένει τον ίδιο τον ήρωα αλλά και όλους τους αναγνώστες, ένα πολύ σουρεάλ σκηνικό. Μια πόλη βγαλμένη εξ ολοκλήρου από τη φαντασία του συγγραφέα αλλά και από τις νεανικές του μνήμες. Ένας δήμαρχος που τα έχει όλα και συμφέρει (μου θύμισε ήρωα του Λούκι Λουκ που ο δήμαρχος είναι και τραπεζίτης και νεκροθάφτης και ιδιοκτήτης σαλούν, μόνο που ο δικός μας είναι ιδιοκτήτης ολόκληρου εργοστασίου γεωσκωλήκων), μια ξινή σύζυγος, μια καυτή γκόμενα, ένας έφηβος που καπνίζει στη ζούλα, μια παρακμιακή σχολική παράσταση κι ένα δωμάτιο παιδικό – εφηβικό που έχει έρθει κατ’ευθείαν από τη εποχή ’70 – ’80, με κρυμμένα Playboy και Penthouse, κλεμμένα stop από το δρόμο και φτηνή λαδομπογιά.
Κι όπως ο κάθε ΄Ελληνας συγγραφέας που τον τελευταίο καιρό σέβεται τον εαυτό του και δημιουργεί έναν ήρωα – συγγραφέα alter ego για να εκφράσει τα σώψυχα του, το ίδιο κάνει κι εδώ ο Χωμενίδης με τον Αβλάμη. Αν και δεν έχω ιδέα, πως έζησε την παιδική και νεανική του ηλικία, είμαι σίγουρο πως σχεδόν όλα τα επεισόδια που μας παρουσιάζει (με φίλους, συγγενείς, καθηγητές και τα τοιαύτα) προέρχονται από το δικό του παρελθόν.
Κι ενώ εν γένει σε όλο αυτό το παράλογο σκηνικό, δεν συμβαίνει και τίποτα το εξτραβαγκάντζικο, ήταν τέτοια η ροή της γραφής, που σε τραβούσε να το διαβάσεις παρακάτω, να δεις τι θα γίνει, θα του σερβίρουν τελικά το νεαρό άσπρο ελάφι στο πιάτο (;) και εν πάση περιπτώσει που το πάει τελικά ο ποιητής.
Λεπτή ειρωνεία, σφάζει με το βαμβάκι τα ‘κακώς κείμενα’ της ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία 30 – 40 – 50 χρόνια, όσοι είμαστε μιας πεπερασμένης ηλικίας αναγνωρίζουμε γνώριμα πρόσωπα και καταστάσεις.
Κορυφαία εννοείται η σκηνή του ναυαγίου (δεν λέω άλλα και πολλά είπα)… και το τέλος είναι αυτό που δίνει την υπόσταση στο  βιβλίο κι όταν το κλείνεις δεν λες μα ‘τι βλακείες διάβασα’ αλλά ‘εντάξει ρε φίλε, μ’αρέσει η φευγάτη γραφή σου…’

Σας δίνω κι ένα δωράκι – μπόνους, απόσπασμα από το βιβλίο…
«Ο ίδιος, ξέρεις, υπαινίχθηκε πως σας συνδέει κάτι πολύ πιο βαθύ από μια επαγγελματική σχέση… Άφησε να εννοηθεί ότι με τη μητέρα σου…»
«Με τη μητέρα μου τι;»
«Για ένα φεγγάρι, προτού γεννηθείς…»
«Τι αηδίες τσαμπουνάει; Σιγά μην και η μαμά μου με εκείνη τη μισή μερίδα!»
«Δε σε ενοχλεί δηλαδή που είχε η Ρίκα εραστές, υπό τον όρο να ήταν του γούστου σου! Για κοίτα κάτι πράγματα… Η αδελφή σου η Ηρώ λεσβία μεν, πουριτανή δε σε ό,τι αφορά τη  μάνα της. Εσύ πάλι εστέτ: Την ήθελες μονάχα με ομορφάντρες να κυλιέται στα αμαρτωλά κρεβάτια! Αφήστε επιτέλους τη γυναίκα ελεύθερη, να χαρεί τη ζωή της!»

Ναι ρε φίλε Παπαπά (ο δήμαρχος που πάει μ’όλα), εμείς τη μάνα μας την θέλουμε να ερωτοχτυπιέται με παίδαρους κι όχι με μισοριξιές…
Μ’αυτά και με τ’άλλα, ήρθε η ώρα και της βαθμολογίας… Έξυπνο στη σύλληψη, καλογραμμένο αλλά δεν συγκλονιστήκαμε κιόλας…
Ένα 7,3 καλό δεν είναι;

ΝΕΑΡΟ ΑΣΠΡΟ ΕΛΑΦΙ
Χρήστος Χωμενίδης
Εκδόσεις Πατάκη, 2016

Σελίδες 317