Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

Ούτε η μάνα μου - Έφη Καγξίδου / Λίνα Σπεντζάρη


Τα τελευταία χρόνια σε δυο ειδών βιβλία παθαίνω αναφυλαξία:
Α) στις αληθινές ιστορίες, γραμμένες από τις χήρες, τα ορφανά, τους συγγενείς του μακαρίτη γιατί συνήθως είναι νεκρολογίες όπου ο εκλιπών παρουσιάζεται ως σούπερ ντούπερ ήρωας ή το αντίθετο αν η συγγραφέας είναι η κερατωμένη πρώην σύζυγος, όπου ο ήρωας παρουσιάζεται ως ο χειρότερος Σάτυρος όλων των εποχών
Β) στα μυθιστορήματα που αναφέρονται στις χαμένες πατρίδες (και να φανταστείτε ότι η καταγωγή των σκορόφιδων έχει τις ρίζες της στα διαμάντια της Ιωνίας). Όμως δεν αντέχω άλλο κάρβουνο… έχω διαβάσει τόση Μικρασία, τόση Σμύρνη, τόσο Και και τόσο Κραίμερ, τόσες τούρκικες σφαγές και τόσους έρωτες που οι ήρωες μπερδεύουν τα αλλόεθνα μπούτια τους που enough is enough!
Τώρα πως βρέθηκα να διαβάζω ένα βιβλίο που τα κύρια συστατικά του αποτελούνται από τα δύο συστατικά που απεχθάνομαι; 
Α. Με ιντρίγκαρε το γεγονός πως κανείς δεν βρέθηκε να πιστέψει στην αθωότητα του ήρωα (ούτε καν η μάνα του) 
Β. Στο οπισθόφυλλο δεν αναφέρονταν πουθενά οι χαμένες πατρίδες…

Και μετά τον πρόλογο – σεντόνι, συνεχίζω με το προσωπικό αξίωμα πως ποτέ δεν κρίνω την ιστορία ενός βιβλίου όταν πρόκειται για την αληθινή ζωή ενός ανθρώπου που υπήρξε στην πραγματικότητα και όχι μόνο στο μυαλό του συγγραφέα. Δεν μπορώ να κρίνω αν κάποια γεγονότα μου φαίνονται υπερβολικά, εξτραβαγκάντσικα, εξωγήινα… Δεν μπορώ να κρίνω εάν οι πράξεις των ηρώων φαίνονται ‘αλλού γι’αλλού’… αφού έτσι έγιναν τα γεγονότα, τι είμαι εγώ που θα τα σχολιάσω;;; ,
Πάνω λοιπόν σ’αυτό το αξίωμα, όσο κι αν δεν μπόρεσα να καταλάβω από πού ορμώμενη η μάνα του Γιώργη αρνείται ακόμα και ν’ακούσει τον ίδιο της τον γιο να της μιλάει για την αθωότητά του, όσο κι αν δεν κατάλαβα γιατί μια χήρα μάνα καταριέται το πρωτότοκο και αγαπημένο της σπλάχνο (που μέχρι πρότινος ήταν και δείγμα τάξεως και ηθικής) χωρίς καν να του δώσει πέντε λεπτά από τη ζωή της για να τον ακούσει, δεν το κρίνω. Με ξεπερνάει σαν πράξη, αλλά πιστεύω τη συγγραφέα πως έτσι έγιναν πράγματι τα γεγονότα και δεν τα σχολιάζω.
Από κει και πέρα, πρόκειται για ένα κλασικό πλέον μοτίβο που συναντάμε στην νεοελληνική πεζογραφία με την ευτυχισμένη ζωή των κατοίκων στη Μικρασία πριν το 1922, τις τούρκικες φρικαλεότητες και τον αγώνα επιβίωσης που έκαναν οι πρόσφυγες για να ριζώσουν στη ‘μητέρα πατρίδα’.
Τα κομμάτια που ήταν γεμάτα από καλολογικά στοιχεία θυμίζοντας καλές εκθέσεις του πάλαι ποτέ, του στυλ: «Πανάκι απλωμένο το κορμί του, στέγνωνε από τη βαρυχειμωνιά. Πέπλο διάφανο, χρυσοποίκιλτο, έντυνε το γυμνό ορίζοντα. Οι ηλιαχτίδες αλλού στραφτάλιζαν σαν φλουριά στης θάλασσας το μπούστο κι αλλού της φόραγαν χτενάκια ασημόχρυσα…» καθώς και τις σκηνές που μιλούσαν για την καθημερινή ζωή στην Ιωνία, τα περνούσα ντιαγκονάλ. Ωστόσο υπήρξαν σκηνές δυνατές, που προφανώς και οι συγγραφείς παρασύρθηκαν από τη βιαιότητα των γεγονότων κι άγγιξαν τη σκληρή καρδιά μου, όπως η σκηνή με το χέρι του Οσμάν (όσοι διάβασαν ή διαβάσουν το βιβλίο θα με καταλάβουν) και το κεφάλαιο με τον τίτλο ‘Μουράτ’. (ναι, το ομολογώ κύλησαν δάκρυα συγκίνησης στα μάτια μου…)
Εν τέλει πρόκειται για την αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου, μιας οικογένειας. Για όσους αγαπούν αυτού του είδους βιβλία χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές αξιώσεις είναι ένα ανάγνωσμα που ενδεχομένως θα λατρέψουν. Για όσους επίσης δεν έχουν πάθει overdose από Μικρασία, μπορούν να πάρουν τη δόση τους.
Για κάποιους κυνικούς σαν κι εμένα που πλέον σχεδόν τα βλέπουν όλα ίδια, ένα 6,5/10 (γιατί πιστεύω πως το βιβλίο κομίζει γλαύκας εις τας Αθήνας)

ΟΥΤΕ Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ
Έφη Καγξίδου – Λίνα Σπεντζάρη
Εκδόσεις Έξη, 2015

Σελίδες 469