Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Κάποτε στη Σαλονίκη - Μεταξία Κράλλη

Πολύ της μοδός έγινε τελευταίως η Θεσσαλονίκη. Μετά «το Νήμα» της Χίσλοπ και οι εγχώριοι τη θυμήθηκαν… (καλά μπορεί να την είχαν θυμηθεί και νωρίτερα αλλά τώρα σαν να έγινε ένα μπαμ…) Να, «Το διώροφο της Τσιμισκή», να «Οι ψίθυροι του Βαρδάρη», να το «Λίγες και μία νύχτες», να και το «Κάποτε στη Σαλονίκη»…
Φαίνεται πως δεν μου έφτασε μόνο ο Ζουργός κι είπα να πάθω λίγο overdose Θεσσαλονίκης κι έτσι το ‘ριξα στο «Κάποτε στη Σαλονίκη» της Κράλλη.
Το story classic love story… Νεαρός και νεαρά σ’έναν καταδικασμένο εξαρχής έρωτα… Εκείνη χριστιανή, ανηψιά του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης… εκείνος Εβραίος από πλούσια εβραϊκή οικογένεια… Κι όλα αυτά με φόντο τη Θεσσαλονίκη από το 1924 όταν οι πρόσφυγες έχουν κατακλύσει την πόλη μέχρι την απελευθέρωση από τους Γερμανούς… Μια εικοσαετία πάνω – κάτω…
Αν και οι βασικοί ήρωες είναι το ‘άνομο ζεύγος’ Αλμπέρτο – Χριστίνας, γύρω τους μια πλειάδα προσώπων που σηματοδοτούν τα ανθρώπινα δράματα της εποχής καθώς και ένα μεγάλο μέρος του κοινωνικο-ιστορικού γίγνεσθαι της εποχής (τι είπα πάλι!!!)
Το στόρυ τοποθετείται μια χαρά στον τόπο και τον χρόνο κι έτσι παίρνεις και μερικές τζούρες της ιστορίας, της καθημερινότητας, των αγκυλωμένων πεποιθήσεων του τότε. Δεν έχω ξαναδιαβάσει βιβλίο της συγγραφέως για να κάνω σύγκριση, μου άρεσε όμως η γραφή της, μια χαρά στρωτή την βρήκα και δεν υπήρξε κάτι που να μου πετάξει τα μάτια όξω…
Το βιβλίο είναι βιβλίο – τούβλον, και αν και λατρεύω τα βιβλία - τούβλα (αναφέρομαι στον όγκο και όχι στο περιεχόμενο), ομολογώ πως στην αρχή ήταν ολίγον αργό με πολλές λεπτομέρειες, ανούσιες ορισμένες φορές που δεν νομίζω πως προωθούσαν ιδιαίτερα την ιστορία. Βρήκα too much τις σελίδες που αφορούσαν στη φοιτητική ζωή των νέων στην Αθήνα όσο και αυτές στη Βιέννη. Αποτέλεσμα, να διαβάζω το βιβλίο, να μην βρίσκω ψεγάδια ιδιαίτερα (που ξέρετε τώρα πως τα ψάχνω για να τα κρεμάσω μετά στα μανταλάκια…) όμως το άφηνα πολύ ευχαρίστως στην άκρη για να κάνω κάτι άλλο… Από τότε όμως που ξεκινάει ο Δεύτερος Παγκόσμιος κι έρχονται κι οι Γερμανοί στη Θεσσαλονίκη, το βιβλίο αποκτά άλλη δυναμική και μπορεί να σε ξενυχτήσει…
Το «Κάποτε στη Σαλονίκη» είναι ένα βιβλίο που αναφέρεται κυρίως στην εβραϊκή κοινότητα της πόλης και όχι εν γένει στην πόλη, οπότε είναι μία καλή αναγνωστική εμπειρία για όσους δεν ξέρουν πως κάποτε άκμαζε μια εβραϊκή κοινότητα στη συμπρωτεύουσα…
Το τέλος ολίγον γρήγορον και απότομον… Η συγγραφέας όλους τους βόλεψε γρήγορα – γρήγορα (ούτε μέσο στο ελληνικό Δημόσιο ένα πράγμα!)… Ένα τέλος που θα μπορούσα κάλλιστα να κράξω, αφήνει όμως μια γλυκιά επίγευση όπως όλα τα αισθηματικο-ιστορικά βιβλία που σέβονται τον εαυτό τους, οπότε το αποδέχομαι… Θα μπορούσε ίσως να κόψει σελίδες από Αθήνα και Βιέννη και να προσθέσει λίγο μετά αλλά ποιο είμαι εγώ για να κρίνω τις επιθυμίες του δημιουργού;;;
Τέλος, αν και θεωρητικά στο βιβλίο δεσπόζει ο έρωτας Αλμπέρτο – Χριστίνας, εγώ προτίμησα τον έρωτα Μπενίκο – Νινόν… Τον βρήκα πιο ρομαντίκ, πιο εξτραβαγκάν, πιο απελπισμένο, πιο στα όρια, πιο αγνό, πιο αληθινά δραματικό έρωτα βρε παιδί μου…
Με τούτα και με τ’άλλα, πάλι σε ολόκληρο σεντόνι κατέληξα, ήρθε η ώρα ταραράμ!!! της βαθμολογίας… 8.5/10
Υ.Γ. Καλά εκείνη την Αλέγκρα (την αδελφή του Αλμπέρτο) που η ξινίλα της ήταν αντιστρόφως ανάλογη του ονόματος της (η χαρά της ζωής…) ούτε να την φτύσω…

Readathon 2017: Ένα βιβλίο με περισσότερες από 700 σελίδες [21/80]

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗ ΣΑΛΟΝΙΚΗ
Μεταξία Κράλλη
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2016
Σελίδες 752


Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Πέφτουν αστέρια - Δημήτρης Τσολάκης


Πίναμε κάτι ξίδια χθες βράδυ με φίλους… που το βράδυ έφτασε ξημέρωμα και το κεφάλι σήμερα πάει κι έρχεται σαν εκκρεμές δηλώνοντας πως πάνε οι εποχές που μπορούσα να πιω όλο το Βόσπορο…
Το σπίτι λοιπόν που μας φιλοξενούσε, εκτός από φίλους, ξίδια και τσιγάρα (κανονικά όχι από αυτή τη νέα μαλακία, τα ηλεκτρονικά, που ντουμανιάζουν ξενέρωτα το σύμπαν) είχε και πολλά βιβλία… παντού… κι όταν λέμε παντού… εννοούμε παντού…
Στη φάση που σερνόμουν στον καναπέ, μεταξύ φθοράς κι αφθαρσίας (ή μάλλον  μόνο φθοράς) έπεσε το μάτι μου σ’ένα μικρό… μια σταλιά… Δεν ξέρω που το βρήκε η ‘μικρά οικοδέσποινα’ (το μικρά το παίρνει κανείς όπως θέλει γιατί δεν δηλώνει κατ’ανάγκη την ηλικία…) και το άνοιξα… και κόλλησα… το τέλειωσα εντός ολίγου…
Μικρό… παθιασμένο… αρρωστημένο… σκοτεινό… βίαιο… σουρεαλιστικό…
Κι ο τύπος που το ‘γραψε είναι πιτσιρικάς… Το γράψιμό του μου θύμισε κάτι από τα πρώιμα του Κορτώ ή από την Καραπάνου…
Αναμένω να δω την εξέλιξη…

Βαθμολογία: Δεκαράκι αξίζει (μικρός και πρωτοεμφανιζόμενος γαρ…)
Προσοχή! Είναι σουρεάλ και «αρρωστημένο»… Δεν συνίσταται για δεσποινίδες αμέμπτου ηθικής…

Readathon 2017: Ένα βιβλίο συγγραφέα κάτω των 35 ετών σήμερα [20/80]

ΠΕΦΤΟΥΝ ΑΣΤΕΡΙΑ
Δημήτρης Τσολάκης
Εκδόσεις Απόπειρα, 2017
Σελίδες  127


Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Λίγες και μία νύχτες - Ισίδωρος Ζουργός


Αχ! Μεσιέ Ζουργκό! Με προβλημάτισες μεσιέ Ζουργκό… ή μήπως πρέπει να σε λέω μεσιέ Ζιρντό;;; ως κάποιο alter ego του συγγραφικού σου εαυτού;;;
Μετά τον Ματίας Αλμοσίνο, ο Ζουργός επανέρχεται με τον Λευτέρη Ζεύγο ή αλλιώς Ευγένιο Ζιρντό, γιατί ως γνωστόν κάθε καθαρματάκι που σέβεται τον εαυτό του έχει διπλό, τριπλό, ενίοτε και τετραπλό όνομα… Η ιστορία του ήρωα ξεκινάει το μακρινό 1909, στη Θεσσαλονίκη, όταν σε μια βίλα των Εξοχών καταλύει ο έκπτωτος Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ. Ο Λευτέρης, γιος του κηπουρού της έπαυλης, μπαινοβγαίνει στα πέριξ, κρυφοκοιτάει από κλειδαρότρυπες κι ερωτεύεται τη μικρή ντονμέδα (;) [ποιο είναι άραγε το θηλυκό του ντονμέ;], τη Μίρζα… Από εκείνο το σημείο λοιπόν, παρακολουθούμε τη ζωή του Λευτέρη που ζει και μεγαλώνει στη συνοικία των Εξοχών, που θέλει να γίνει πλούσιος και άλλα τέτοια ωραία… Τα χρόνια περνούν και η ζωή του ήρωα σημαδεύεται από ιστορικά γεγονότα όπως η φωτιά της Θεσσαλονίκης το 1917, ο Α! Παγκόσμιος Πόλεμος, η εκστρατεία στην Ουκρανία, η Κατοχή… Κι ο Λευτεράκης μας επειδή δεν είναι και το πιο ‘καλό παιδί’, θα βρεθεί και στον Πειραιά, και στα Παρίσια, και στη Μασσαλία… θα κάνει κι ένα πέρασμα από την Αμβέρσα για να γυρίσει και πάλι εκεί που γυρνάνε όλοι οι δολοφόνοι… στον τόπο του εγκλήματος… δηλαδή στη Θεσσαλονίκη…
Πάμε και στα δικά μας τώρα…
Η γλώσσα του Ζουργού παραμένει εκείνη η αγαπημένη μελίρρυτη [sic] γραφή, γεμάτη λυρισμό, που προσωπικότητα λατρεύω να διαβάζω… αφήνομαι στη μαγεία της κι έχω παρατηρήσει πως με χαλαρώνει απίστευτα (μπορώ να πω ότι έχει τα ίδια χαλαρωτικά αποτελέσματα πάνω μου με τριάρι lexotanil…) Όμως (όχι που δεν θα έβρισκα εγώ…) αυτή ο λυρισμός σε κάποια σημεία γίνεται πομπώδες ύφος, του στυλ «ο πενθηφορών ουρανός» (WTF?) και φαίνεται ξένος και αταίριαστος στους διαλόγους…
Μετά λύπης μου ομολογώ πως η σκιαγράφηση των βασικών ηρώων, του Λευτέρη και της Μίρζας ήταν ολίγον χάρτινη και ώρες – ώρες τα γεγονότα ήταν τόσο σικέ που ούτε στο ελληνικό πρωτάθλημα δεν τα βρίσκεις… [εδώ ακολουθεί μίνι σποϊλεράκι]… εν καιρώ πολέμου, έρχεται η κυρία συνάμενη – κουνάμενη να σώσει το σπίτι της που το έχει παρατήσει εδώ και είκοσι χρόνια και ξαφνικά οι Γερμανοί την κυνηγάνε γιατί θυμήθηκαν πως οι προ-προ-προ-προ παπούδες της ήταν Εβραίοι και ο άντρας της μια χαρά είναι στην Κωνσταντινούπολη… ε… εντάξει! Να μην πω για τους ήρωες που μπαινοβγαίνουν στο άσχετο και μετά χάνονται έτσι απλά για να χαθούν… ευτυχώς που είναι ο Ζουργός με τη γραφή του και σώζει αυτές τις αστοχίες γιατί αν ήταν άλλος συγγραφέας ποιος τον έσωζε από το δηλητήριο μου…
Στη βασική ιστορία υπάρχουν κι επτά στάσιμα (εκεί στο 1979), όπου ο Λευτέρης – Ευγένιος, τυφλός πλέον, έχει αναθέσει σ’έναν νεαρό συγγραφέα να γράψει ένα βιβλίο με τη ζωή του. Εκεί βλέπουμε κάποιες απόψεις του Ζουργού περί γραφής (π.χ. πως οι λογοτεχνικοί ήρωες είναι πιο πραγματικοί από τους αληθινούς ανθρώπους) και εξηγεί και κάποια λογοτεχνικά τερτίπια, όπου ο Γιούγκερμαν του Καραγάτση κάνει μια guest εμφάνιση (ειλικρινά, δεν κατάλαβα το λόγο…)
Έχει και στο τέλος μια υποτιθέμενη ανατροπή που κάνει κρα από μακριά…
Στο δια ταύτα…
Στα [+]: γραφή, ιστορική έρευνα, κοινωνικοπολιτιστικό γίγνεσθαι, ανάπλαση περιοχών
Στα [-]: οι ήρωες και η ιστορία που την βρήκα τόσο καθαρή και αποστειρωμένη, σαν να την είχες πλύνει με betadine
Βαθμολογία: 8.8/10 (ειλικρινά λυπάμαι που δεν έπιασε το δεκάρι αλλά το συναισθηματικό μου κομμάτι έμεινε λειψό…)

ΛΙΓΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ
Ισίδωρος Ζουργός
Εκδόσεις Πατάκη, 2017
Σελίδες 573


Readathon 2017: Ένα βιβλίο με αριθμό στον τίτλο [19/80] {μην μου πείτε πως το μία δεν είναι αριθμός…}

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Ο κήπος του χειμώνα - Kristin Hannah

Ομολογώ πως αγόρασα το βιβλίο για το εξώφυλλό του… δεν είναι πως είναι το απαύγασμα της αισθητικής ούτε πως είναι από εκείνα τα εξώφυλλα που θα συζητηθούν… είχε όμως κάτι ονειρικό, μαγικό… ίσως πάλι κάτι (που ούτε εγώ ξέρω τι είναι αυτό το κάτι) να άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή της ψυχής μου… τόσο καλά κρυμμένη που ούτε εγώ το ίδιο δεν ξέρω που μπορεί να βρίσκεται… μάλλον κάπου έχει χαθεί στη σερνάμενη πορεία μου…
Μετά ήταν κι εκείνο το οπισθόφυλλο… μια λέξη του και μια χρονολογία… Λένινγκραντ, 1941… Εντάξει… ένα εξώφυλλο, μια λέξη και μια χρονολογία ήταν αρκετά για ν’αγοράσω το βιβλίο (και μετά λένε πως δεν είμαι θύμα του μάρκετινγκ…)
Η υπόθεση ‘παίζει’ σε δύο ταμπλώ… Σιάτλ, 2000 και Λένινγκραντ, 1941. Στο σημερινό Σιατλ, δυο αδελφές, εκεί γύρω στα 40, με την κρίση ηλικίας και όλα τα υπόλοιπα να χτυπούν την πόρτα τους, έρχονται αντιμέτωπες με το θάνατο του πολυαγαπημένου τους πατέρα. Και μένουν ‘αμανάτι’ με τη μάνα που τα συναισθήματα της έχουν τη θέρμη καταψύκτη. Με ένα απλό IQ ραδικιού αντιλαμβάνεσαι πως οι δύο ιστορίες εμπλέκονται και πως κάπου θα δεθούν και πως το ‘παραμύθι’ που έχει στοιχειώσει τις τρεις γυναίκες δεν είναι και τόσο παραμύθι…
Δεν ξέρω τι να πω γι’αυτό το βιβλίο. Κατ’εμέ είναι ένα βιβλίο απροσάρμοστο. Μέχρι τη μέση του βιβλίου, η συγγραφέας μας τα έπρηξε. Δεν υπήρχε καθόλου παρελθόν, παλινωδίες κι ένας ρυθμός τόσο αργός που σ’έπαιρνε ο ύπνος. Εκατό φορές το παράτησα κι άλλες τόσες το ξεκίνησα μόνο και μόνο για να δω που στο καλό κρυβόταν το Λένινγκραντ. Ο τρόπος γραφής ασχολίαστος (πιο βαρετός πεθαίνεις…), η μετάφραση σίγουρα προβληματική καθώς μέσα στο απλό απλούστατο ύφος των προτάσεων, πεταγόντουσαν κάτι λέξεις λόγιες, καθαρευουσιάνικες και σ’εμένα παντελώς άγνωστες (εντάξει προφανώς η μεταφράστρια τις αλίευσε από κάποιο λεξικό) που έψαχνες να δεις από πού σου’ρθε… π.χ. «η Μέρεντιθ πήρε το παρκά της και κατέβηκε στο αμάξι της» όπου παρκά = πανωφόρι, «φθίνον φως», «η μαμά πετάει από πάνω της τα φτενά στρωσίδια» όπου φτενός = λεπτός, «βρήκε τον κατάλογο με τα εκδεδομένα έργα του», «όταν φοβάται η Όλγκα καταφεύγει στη νευρική συνήθεια της τριχοτιλομανίας» (πες βρε κορίτσι μου τραβούσε τα μαλλιά της όπως τα τραβούσα κι εγώ όσο τα διάβαζα…)
Να μην πω… για κείνη την επανάληψη της λέξης… η μαμά, η μαμά, η μαμά, η μαμά… ούτε σε μαμάκια να πέφταμε τόσο μαμά μαζεμένο…
Πρώτο μέρος λοιπόν 1-2 αστεράκια το πολύ…
Και ξεκινάει επιτέλους (ο Θεός με λυπήθηκε) το μέρος της αφήγησης της μητέρας. Λένινγκραντ οέ οέ οέ!!!... κι εκεί τα πράγματα αλλάζουν… Κι η αφήγηση και το δράμα της Βέρας σε αρπάζουν από το λαιμό και σε σφίγγουν… κι είναι ένα δράμα ατόφιο, δεν σε προκαλεί να κλάψεις, κλαις από μόνος σου… να τρέχει το κλάμα κορόμηλο κι εγώ να μην μπορώ να το σταματήσω και να ‘λες τι ζήσανε γαμώτο οι άνθρωποι και να ξανά μανά το κλάμα… Εδώ το βιβλίο μια χαρά πλησίαζε το άριστα (τόσο κλάμα να μην πάει χαμένο…)
Και φτάνουμε καμιά πενηνταριά σελίδες πριν από το τέλος που η συγγραφέας θέλησε να κάνει την ανατροπή για να μας εκπλήξει (;) … εγώ θα έλεγα για να μας γειώσει γιατί ήταν ένα τέλος δίχως λόγο και αιτία… Πολλά κενά, πολλές ανακολουθίες, πολλά… πολλά… ολόκληρο δοκίμιο θα μπορούσα να γράψω για τα κενά που υπήρχαν… ας πω το πιο απλό… πώς στο καλό βρέθηκε η Στέισι σε αμερικανικό έδαφος (;;;)… Δεν λέω άλλα γιατί οι κακές γλώσσες λένε πως είμαι σκορόφιδο σποϊλεράκιον κι εγώ δεν θέλω να τους δώσω δίκιο… οπότε με αυτό το τέλος ξαναγυρνάμε στο κακό πρώτο μέρος…
Επομένως ένα μυθιστόρημα σαν καρδιογράφημα… πολύ κάτω… πάνω… κάτω…
Τώρα τι βαθμό να βάλω το έρμο;;; Μόνο και μόνο για το συναισθηματικό κομμάτι του Λένινγκραντ, αξίζει να το διαβάζει κανείς…
Ένα 7/10 (χωρίς να σημαίνει πως είναι λογοτεχνικό αριστούργημα… αλλά να εκείνο το χιονισμένο Λένινγκραντ…)
Readathon 2017: Ένα βιβλίο που διαλέξατε αποκλειστικά για το εξώφυλλό του 

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ
Kristin Hannah
Μετάφραση: Έφη Τσιρώνη
Εκδόσεις Κλειδάριθμος, 2017
Σελίδες 544



Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Αυτοί που μένουν και αυτοί που φεύγουν - Έλενα Φερράντε


Να που πέρασε ο καιρός και φτάσαμε στο τρίτο βιβλίο της τετραλογίας της Νάπολης… μ’έναν τίτλο σαν ελληνικό λαϊκό άσμα…
Το πρώτο βιβλίο μου είχε φανεί συμπαθητικό, το δεύτερο το αγάπησα, το τρίτο με πήρε μαζί του… Συναντάμε και πάλι τις δυο γνωστές ύποπτες, τη Λίλα και τη Λενού, εκεί στην ηλικία που παθαίνεις το πρώτο ‘κοκομπλόκ’ (κοινώς την πρώτη κρίση ηλικίας…). Η Λενού επιτυχημένη πλέον συγγραφέας (κι ας έχει γράψει ένα μόνο βιβλίο – εντάξει δεν είναι και κάτι περίεργο εδώ που τα λέμε να γίνεις best sellerίστας μ’ένα μόνο βιβλίο), παντρεύεται (όχι με δόξα και τιμή ούτε και με παπά και με κουμπάρο) τον μεσιέ καθηγητή Πιέτρο και γίνεται και μανούλα δύο κορασίδων. Στον αντίποδα, η Λίλα χάνει τα νιάτα της ανάμεσα σε σαλάμια και προσούτα για να κάνει στη συνέχεια επαγγελματική στροφή από τα σαλάμια στους υπολογιστές της IBM.
Και μέσα από το μικρόκοσμο των δυο όχι πια κοριτσιών αλλά νεαρών κυριών, σκιαγραφείται όλη η ταραγμένη εποχή του ’70, όπου τσιτάτα όπως ‘ένοπλη πάλη’, ‘ταξικός εχθρός’ και ‘ιμπεριαλισμός’ ήταν πολύ της μοδός. Και μέσα σ’όλο αυτό το ιδεολογικό και κοινωνικό παραλήρημα, εμφανίζονται και όλοι οι δευτερεύοντες ήρωες που γνωρίσαμε στα προηγούμενα να παντρεύονται, να χωρίζουν, να ανοίγουν επιχειρήσεις, να ξελαρυγγίζονται σε πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, να ανοίγουν κεφάλια με πέτρες, να δοκιμάζουν το αντισυλληπτικό χάπι.
Η γραφή της Φερράντε έχει κάτι μοναδικό. Μάλλον όχι. Λάθος λέξη. Η γραφή της Φερράντε έχει κάτι εθιστικό. Δεν είναι σούπερ ντούπερ λογοτεχνική, η ιστορία δεν είναι αμάν και τι, όμως βυθίζεσαι στην αφήγησή της αργά και βασανιστικά και δίχως να το έχεις καταλάβει έχεις πιαστεί στα δίχτυα της. Εθίζεσαι. Γυρεύεις συνέχεια την επόμενη δόση. Το επόμενο κεφάλαιο. Λίγο ακόμα. Κι αυξάνεις τη δόση. Και τρέχεις τα κεφάλαια. Και μετά δεν μπορείς να γλυτώσεις. Αναρωτήθηκα τι είναι αυτό που με κράτησε δέσμιο της. Είναι αυτή η ρεαλιστική αφήγησή της, να λέει τα απλά και τα καθημερινά που δεν τολμούμε να πούμε, να αποκαλύπτει τους πιο  μύχιους μικρούς καθημερινούς μας φόβους, οι ήρωες της να είναι συνάμα υλικοί και άυλοι; Θε μου, τι λέω τώρα;
Συνεχίζω να είμαι φαν της Λίλα… η Λενού συνεχίζει να μου φαίνεται κομπλεξική και υστερική…
Οι συνεχείς πολιτικές αναφορές της εποχής με κούρασαν… όχι γιατί ήταν άκαιρες ή εκτός τόπου και χρόνου αλλά όλα αυτά για συνδικάτα, για εργατική πάλη, για αέναες συζητήσεις σε αμφιθέατρα, μακρύ μαλλί και μούσι, αμπέχονο και ταγάρι, με κάνουν και γελάω (δυστυχώς πικρόχολα) τη σήμερον ημέρα.
Hasta la victoria siempre συντρόφια κι εγώ τώρα έχω γίνει junkie και γαμώ τα ιταλικά που δεν ξέρω και πότε θα γίνω μάνα (όχι αυτό είναι από αλλού παπά ευαγγέλιο…) και πότε θα κυκλοφορήσει το τέταρτο;

Βαθμολογία: 8.8 / 10
Readathon 2017: Ένα βιβλίο συγγραφέα που γράφει με ψευδώνυμο [17/80]

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ
΄Ελενα Φερράντε
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Πατάκη, 2017

Σελίδες 542

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Το τοτέμ του λύκου - Ζιάνγκ Ρονγκ


Λογικά τα σκορόφιδα πρέπει να φοβόμαστε τους λύκους; Ή μήπως όχι; Μας τρώνε οι λύκοι της Μογγολίας ή μήπως όχι; Πάντως προτού μεταμορφωθώ σε σκορόφιδο, γεννήθηκα λυκόπουλο, έγινα Ακέλας και όσο νάναι πάντοτε αισθανόμουν ‘αδελφή ψυχή’ με τον Κακό Λύκο και απεχθανόμουν την ηλίθια Κοκκινοσκουφίτσα που έπλεξε μια απίστευτη πλεκτάνη για ένα ζώο δυνατό, περήφανο, αγελαίο κι ελεύθερο όπως ο λύκος.
Αυτά με την εισαγωγή. Τώρα πάμε και στο προκείμενο. «Το τοτέμ του λύκου» είναι ένα βιβλίο που έχει βγει στην πιάτσα εδώ και μια δεκαετία κι έγινε παγκόσμιο best seller ξεπερνώντας τα 20.000.000 αντίτυπα. Ο συγγραφέας Κινέζος στην καταγωγή ωστόσο καταπιάνεται με τα βοσκοτόπια της Μογγολίας, την άγρια ζωή στην περιοχή, τους περήφανους απογόνους του Τζένγκις Χαν και φυσικά τους άγριους λύκους της στέπας. Κι όλα αυτά, την εποχή της αρχής της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα, όπου φοιτητές από το Πεκίνο πάνε στη Μογγολία για να βοσκήσουν και άλλα ωραία που τώρα μην μου ζητάτε να σας τα πω… (δεν δίνει και πολλές λεπτομέρειες έτσι κι αλλιώς ο συγγραφεύς…)
Και τώρα, πρέπει να πω και την άποψή μου ε; Επικό, διδακτικό, οικολογικό, ύμνος στη φύση… Αυτά λένε οι επίσημες κριτικές… Εγώ πάλι λέω άλλα… Στιγμή, δεν αισθάνθηκα πως διάβαζα ένα λογοτεχνικό βιβλίο, πόσο μάλλον ένα λογοτεχνικό αριστούργημα… ένα εγκυκλοπαιδικό ανάγνωσμα για τη ζωή των λύκων της Μογγολίας ήταν… κι είχε τόσες περιγραφές και τόσες επαναλήψεις και τόσα κυνήγια λύκων και μαρμότας, όπου βαρέθηκα πολλάκις τη ζωή μου…
Κι έρχεται η στιγμή που ο Τσεν (βασικός ήρωας του βιβλίου και Κινέζος φοιτητής που βρίσκεται να βοσκάει τα κοπάδια) ερωτεύεται τους λύκους και το πνεύμα που αυτοί εκπροσωπούν και να θέλει τάχα μου τάχα μου να τους μελετήσει. Και θέλει να πιάσει ένα λυκόπουλο, να το πάρει από τη μάνα του βυζανιάρικο, να το κρατήσει και να το μελετήσει… Κι όσο διαβάζω, τόσο ανεβαίνει η πίεση, τόσο το εγκεφαλικό μου έρχεται, τόσο από τα ρουθούνια μου ξεβράζω μαύρο καπνό και ο τύπος έχει το λυκόπουλο αλυσοδεμένο, του κόβει τους κυνόδοντες, το πληγιάζει, το… το… το… και όλα αυτά γιατί ναι εντάξει το αγαπάει. Και τα έχω πάρει τόσο και θέλω να κάψω το βιβλίο και το Ζιανγκ Ρονγκ που μας το παίζει και οικολόγος… Κι εκνευρίζομαι ακόμα παραπάνω γιατί τελικά δεν είναι και τόσο μυθιστόρημα η όλη η ιστορία αλλά βασικά είναι η προσωπική ιστορία του κιουρίου καθηγητή που τώρα που μεγάλωσε τον έπιασαν οι τύψεις για το χαμένο το λυκόπουλο και τους χαμένους βοσκότοπους της Μογγολίας.
Πρώτη φορά με έχει εκνευρίσει τόσο πολύ ένα βιβλίο γιατί είμαι ήδη ευαισθητοποιημένο σκορόφιδο και δεν μπορώ να ευαισθητοποιηθώ ακόμα περισσότερο διαβάζοντας τις εγωιστικές και ψεύτικες οικολογικές ανησυχίες κάποιων όψιμων καθηγητών πανεπιστήμιου που σκοτώνουν νεογνά τάχα μου για να μελετήσουν και προστατεύσουν το περιβάλλον κυκλοφορώντας με πανάκριβα Cherokee
E! άιντε μου στον Τένγκερ κύριε καθηγητά μου κι ακόμα παραπάνω…
Βαθμολογία: 3/10
Readathon 2017: Ένα βιβλίο Ασιάτη συγγραφέα που δεν ονομάζεται Μουρακάμι 16/80

ΤΟ ΤΟΤΕΜ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ
Ζιάνγκ Ρονγκ
Μετάφραση: Χρύσα Μπανιά
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2008

Σελίδες 682 (ουφ!!!)